ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

36504
ΣΗΜΕΡΑΣΗΜΕΡΑ2
ΕΒΔΟΜΑΔΑΕΒΔΟΜΑΔΑ31
ΜΗΝΑΣΜΗΝΑΣ16
ΣΥΝΟΛΙΚΑΣΥΝΟΛΙΚΑ36504
Η Τύχη της κυρά-Καλής

 Η Τύχη της κυρά-Καλής

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, σ' ένα  όμορφο χωριό μέσα στο δάσος, ζούσε μια γιαγιά που την έλεγαν κυρά-Καλή. Δεν ήταν, βέβαια, αυτό το πραγματικό της όνομα, ήταν το παρατσούκλι της. Τη φώναζαν έτσι όλοι οι συγχωριανοί  της, γιατί είχε ένα πολύ γλυκό, φωτεινό και χαμογελαστό πρόσωπο και είχε πάντα έναν καλό λόγο να πει για τον καθένα. Από τότε που έχασε, όμως, τον άντρα της, η ζωή της δυσκόλεψε και πλήθυναν τα βάσανα της. Έμενε μόνη της σ' ένα
μικρό σπιτάκι, μιας και δεν είχε παιδιά.
    
Ήρθε μια χρονιά, που λέτε, που ο χειμώνας έπεσε βαρύς και το κρύο ήταν αβάσταχτο. Το τζάκι έκαιγε μέρα-νύχτα. Κάποια στιγμή τα ξύλα σώθηκαν και η κυρά-Καλή αναγκάστηκε να πάει στο δάσος για να μαζέψει. Εκεί που έδενε δεμάτια πιάνει, ξαφνικά, μια δυνατή βροχή. Κοίταξε γύρω της με αγωνία να δει πού θα μπορούσε να προστατευτεί, η καημένη, και βλέπει μπροστά της μια καλύβα. Με μια κρυφή ελπίδα στη καρδιά της χτυπάει την πόρτα της καλύβας και για μεγάη της έκπληξη της ανοίγει ένας ασπρομάλλης γέρος που πρώτη φορά τον αντίκριζε.
    
-Πέρασε μέσα να ξεκουραστείς και να ζεσταθείς στη φωτιά, της λέει ο ασπρομάλλης γέροντας με ένα μεγάλο χαμόγελο.

Μπαίνει στο καλυβάκι η κυρά-Καλή και βλέπει γύρω από το τζάκι δώδεκα παλικάρια που κάθονταν και συζητούσαν με ζωηρές φωνές. Τα παλικάρια, σαν βλέπουν τη γυναίκα, κάνουν αμέσως χώρο να καθίσει ανάμεσα τους. Τα τρία απ' αυτά φορούσαν γούνινα σκουφιά και πολύ χοντρά ρούχα, άλλα τρία είχαν στα μαλλιά τους πλεγμένα κάθε λογής λουλούδια, άλλα τρία φορούσαν ψάθινα καπέλα, κατάμαυρα γυαλιά ηλίου, δροσερά υφασμάτινα παντελόνια και κρεμαστά στολίδια στο λαιμό και άλλα τρία παραπέρα φορούσαν αδιάβροχα σακάκια, ενώ ο ένας απ' αυτούς έτρωγε σταφύλι.
    
-Τι θα σε τρατάρουμε κυρά-Καλή; τη ρώτησε το παλικάρι που έτρωγε σταφύλλι. Έχω πολύ γευστικό βουνίσιο τσάι, συμπλήρωσε.
    
-Παλικάρι μου, σ' ευχαριστώ, θα καθίσω για λίγο στην παρέα σας μέχρι να περάσει η μπόρα. Ύστερα τους εξήγησε πώς βρέθηκε εκεί και για ποιο λόγο.
    
-Θέλω να σε ρωτήσω κάτι κυρά-Καλή, της είπε ο γέρος καθώς ανασκάλευε τη φωτιά. Ποιος μήνας είναι ο καλύτερος; Ποιον αγαπάς περισσότερο;
    
-Εεεε...γέρο μου! Όλοι οι μήνες ειναι καλοί και όλους τους αγαπώ, του απάντησε η κυρά-Καλή και συνέχισε: Ο Γενάρης με το κάτασπρο χιόνι τοθ, σκεπάζει με στοργή τη γη για να προστατέψει τα γεννήματά της από τον παγωμένο αέρα και υποδέχεται το νέο χρόνο. Ο Φλεβάρης, ο Κλαδευτής, κλαδεύει τ' αμπέλια και φυτεύει όλα τα νόστιμα κηπευτικά στα περιβόλια, μας φέρνει τις Αποκριές με τους μασκαράδες και τη Σαρακοστή.

Ο Μάρτης μεγαλώνει τις μέρες μας και καλεί τα χελιδόνια και την Άνοιξη μαζί με τις πολύτιμες βροχούλες του και τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Ο Απρίλης ο παιχνιδιάρης μπαίνει γελαστός    με τ' αστειάκια του για να μας στείλει τον Άη Γιώργη και την Πασχαλιά με τις αγιοφώτιστες λαμπάδες και τα κόκκινα αυγά. Ο Μάης, που τον λένε και Καλομηνά και Λούλουδο, μεταμορφώνει τη γη σ' ένα απέραντο καταπράσινο λιβάδι γεμάτο χρώματα και μυρωδιές λουλουδιών και μας θυμίζει τον άγιο Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη. Ύστερα τον Ιούνιο...τι να πω...τον λατρεύουν τα παιδιά με τις πρώτες ζέστες του κλείνει τα σχολειά για να ξεχυθούν στους δρόμους και ν' αρχίσουν το παιχνίδι, ανάβει τις φώτιές του Άη Γιαννιού και θερίζει τον κόπο των γεωργών από τα χωράφια. Ο Ιούλιος, ο Αλωνάρης , ζυμώνει το πρώτο ψωμί με το καινούριο στάρι και πληρώνει τον κόπο όσων αγωνίστηκαν γι' αυτό. Ο Αύγουστος, ο ανοιχτοχέρης, με την αφθονία του γεμίζει τις αποθήκες και τα ντουλάπια μας με όλου του κόσμου τα καλά- σιτάρι, καλαμπόκι, σταφίδες, φρούτα και λαχανικά. Ο Σεπτέμβρης αρχίζει την προετοιμασία της σποράς, φέρνει την Ύψωση του Τίμιου Σταυρού και τον τρύγο με τις γιορτές του κρασιού. Ο Οκτώβρης, ο Σπαρτός, σπέρνει το ευλογημένο χώμα και ρίχνει θεόσταλτες φθινοπωριάτικες βροχές ώσπου να φτάσει κι ο  Άη Δημήτρης. Ο Νοέμβρης με τον άγιο Αντρέα, αντριεύει το κρύο σα να μας ειδοποιεί να πάρουμε τα μέτρα μας και να ετοιμαστούμε για το χειμώνα. Τέλος, ο Δεκέμβρης σκορπά το μήνυμα της Αγάπης και της Ειρήνης στον κόσμο με τη γέννηση του Χριστού.
    
'Ετσι γλυκομίλητη που ήταν, όλοι την άκουγαν με ενδιαφέρον και συμπάθεια. Στο μεταξύ σταμάτησε και η βροχή και η κυρά-Καλή σηκώθηκε να φύγει, αφού πρώτα τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία.
    
Ο γέρος φεύγοντας, την αποχαιρέτησε μ' ένα χαμόγελο και της έδωσε ένα σακί για δώρο, αλλά της είπε να το ανοίξει μόνο όταν θα έφτανε στο σπίτι της.
    
Μετά από λίγο και ενώ είχε αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι στο δάσος, η κυρά-Καλή γύρισε στο σπίτι της φορτωμένη μα τα λίγα στεγνά ξύλα που πρόλαβε να μαζέψει και το σακί που της χάρισε ο παράξενος και χαμογελαστός εκείνος γέρος. Ανοίγει το σακί και τι να δει! Ήταν γεμάτο χρυσά φλουριά και διαμάντια που γυαλοκοπούσαν και φώτιζαν το μισοσκότεινο σπιτάκι της. Όλο το χωριό μαζεύτηκε στο σπίτι της και όλοι χάρηκαν με την καλή τύχη της φτωχής γυναίκας, που για μια φορά της χαμογέλασε διάπλατα. Όλοι χάρηκαν εκτός από την κυρά-Φαρμάκω, μια πολύ κακιά γυναίκα, που κανείς δεν τη συμπαθούσε και τη φώναζαν έτσι γιατί τα λόγια ήταν πάντα φαρμακερά και πικρόχολα.
    
-Και πού τα βρήκες αυτά τα διαμάντια και τα χρυσά φλουριά, κυρά-Καλή; τη ρωτούσε και τη ξαναρωτούσε... Μπας και τα έκλεψες από κανέναν;
    
Η κυρά-Καλή της διηγήθηκε πολλές φορές την ιστορία με το γέρο και τα δώδεκα παλικάρια κι εκείνη είχε λυσάξει από τη ζήλια και το κακό της. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί δώστου μια και η κυρά-Φαρμάκω στο καλύβι του γέρου. Χτυπάει την πόρτα για να ζητήσει, τάχατες, βοήθεια.
    
-Καλώς την, της λεέι ο γέρος με το ίδιο πάντα μεγάλο χαμόγελο. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω, καλή μου κυρά;
    
-Χάθηκα σο δάσος και είμαι πολύ κουρασμένη. Μπορ'ω να καθίσω να πάρω μιαν ανάσα;
    
-Βεβαίως, της απαντά ο ασπρομάλλης γέρος. Τι θα σε κεράσουμε; Και μ' αυτά τα λόγια τη συνόδευσε μέχρι το τζάκι που έκαιγε μια πολύ δυνατή φωτιά.
    
-Μένεις εδώ μόνος, γέρο; τον ρωτά η κυρά-Φαρμάκω.
    
Όχι, της απαντά εκείνος. Μένω μαζί με τα δώδεκα παλικάρια μου, αλλά επειδή είναι πολύ πρωί και δεν έχει καλά-καλά ξημερώσει, κοιμούνται ακόμα. Αλήθεια, δε μου λες, ποιός μήνας είναι καλός για 'σένα και ποιόν περισσότερο αγαπάς;
    
-Μπα, κακό χρόνο να έχουν όλοι τους! Απαντά η κυρά-Φαρμάκω. Ανάθεμα τον πατέρα τους! Και όλο γκρίνια και κακία συνεχίζει:
    
-Ο Γενάρης κρύος, ο Φλεβάρης κουτσός και παγωμένος, ο τρελό-Μάρτης μια κρύο, μια ζέστη και κακός παλουκοκαύτης, αμ εκείνος ο Απρίλης σέρνει πάνω μου όλες τις αλλεργίες της άσχημης Άνοιξης, αν πεις ο Μάης... με βάζει να κάνω ένα σωρό δουλιές στο σπίτι, πλυσίματα, ασπρίσματα... όσο για τον Ιούνη πρέπει να θερίσω μέσα στη ζέστη, τον Ιούλη ν' αλωνίσω κάτω απ' τον απαίσιο ήλιο κι έρχεται ο Αύγουστος και με λιώνει σαν κεράκι με την κάψα του ή μήπως θέλει καλή κουβέντα ο Σεπτέμβρης που ανοίγει τα σχολεία, ο Οκτώβρης που με βάζει να σπείρω, άντε νε βρεις κι ομπρέλα για το Νοέμβρη. Τέλος, για το Δεκέμβρη, τι να πω, όλο έξοδα για δώρα στις γιορτές είναι και τίποτε άλλο... Αυτά είχα να πω!
    
-Α! Της λέει ο γέρος γεμάτος έκπληξη. Ώστε έτσι λοιπόν... Θα μου επιτρέψεις, όμως, μια και είσαι πολύ συμπαθητική και καλόκαρδη να σου δώσω αυτότο σακί. Αλλά θα 'θελα να το ανοίξεις μόλις φτάσεις στο σπίτι σου.
    
Αρπάζει η κυρά-Φαρμάκω το σακί, βροντάει αγενέστατα την πόρτα πίσω της χωρίς να πει ούτε ένα ευχαριστώ και τρέχει ικανοποιημένη στο σπίτι της. Στο δρόμο μουρμούριζε συνεχώς:
    
-Αμ, τι νόμιζες κυρά-Καλή, μόνον εσύ, θαρρείς, τα καταφέρνεις να βρίσκεις κορόιδα που σου χαρίζουν σακιά με φλουριά; Μόλις φτάνει εκεί, ανοίγει με μεγάλη χαρά και αγωνία  το σακί και τότε... τι τρομάρα που πήρε! Το σακί ήταν γεμάτο φίδια.
    
Από τότε η κυρά-Φαρμάκω εμ δεν ξαναβγήκε από το σπίτι της, εμ δεν ξανακούστηκε. Από τη μεγάλη τρομάρα και τη λαχτάρα που πήρε, έχασε τη λαλιά της.
    
Όσο για την κυρά-Καλή, με το θησαυρό που της χάρισε η καλή της η καρδιά, βοήθησε όλα τα φτωχά παιδιά του χωριού κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.